«Μίκη Χίλια Ευχαριστώ» γράφει ο Ιωάννης Μυλωνάς!

Μίκη δεν χρειάζεται να σου πω χρόνια πολλά, σου τα είπαν όλοι όσοι σε αγάπησαν. Εγώ θα σου πω χίλια ευχαριστώ εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη μου για τις χιλιάδες ευτυχισμένες στιγμές που μου χάρισες με την μουσική σου που την ακούω κάθε μέρα, ώρες ατέλειωτες, που ζω και αναπνέω με αυτήν.

        Ο Όμηρος ήταν ο πρώτος ποιητής της Ελλάδος και φυσικά του κόσμου, οι Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης οι πρώτοι τραγωδοί, οι Ησίοδος, Θαλής, Ηράκλειτος, Σωκράτης,  Αριστοτέλης οι πρώτοι φιλόσοφοι. Εσύ ήσουν ο πρώτος μουσουργός του Ελληνικού Έθνους και του  λαού. Πρώτος εσύ κατέβασες τους ποιητές μας από τις γειτονιές των αγγέλων και τους έφερες στις γειτονιές των καταπιεσμένων και περιφρονημένων Ελλήνων για να παρηγορηθούν τις νύχτες της πίκρας και του μαρτυρίου τις εποχές που είχε εξουσία ο τρόμος, ο θάνατος, το άδικο και το ψέμα.

        Η Ιστορία ήξερε ότι ερχόσουν και σε περίμενε. Ο χάρος ήξερε τι θα προσέφερες και από σεβασμό δεν σε πήρε μαζί του, όταν στην Κατοχή και στην Μακρόνησο υπέγραφαν θανάτους και εσύ έφτανες μια τρίχα μακριά από τον Άδη. Ανατριχιάζω στην σκέψη του τι πλούτο θα έχανε η Ελλάδα αν μια τυχαία σφαίρα από φριχτή ιδιοτροπία και υπέρμετρο εγωισμό σου έπαιρνε την ζωή, τότε που πολεμούσες για την ελευθερία και την δικαιοσύνη.

      Μικρός σε άκουγα με δέος και θαυμασμό, έχοντας την αίσθηση ότι ανακαλύπτω τον κόσμο. Σε σιγοψιθύριζα, σε τραγουδούσα όταν με το λύχνο του άστρου και της ψυχής μου το τετράφυλλο δάκρυ γυρνούσα στους μεγάλους δρόμους κάτω από τις αφίσες, με τα χιλιάδες χρώματα που μέσα τους χάθηκα, παραμιλώντας τα λόγια που ξέχασα, πονώντας για τους φίλους που έχασα, για τις γέφυρες που έκαψα, στρέφοντας τα χέρια στ’ άστρα που αγάπησα, που δεν ήξερα που να πάω και τι να πω καθώς πικρό το βράδυ έφτανε, να με τυλίγει ο ύπνος, να αναπνέω με πράσινα φύλλα σαν ένα δένδρο μέσα στο ήσυχο φως, στο φάσμα της χαράς και του δέους της ύπαρξης, μέσα στην διάφανη πηγή καθώς κοιτούσα τις μορφές σου με κλεισμένα βλέφαρα, με τα ματόκλαδα μου να χαράσσουν το νερό και ξάφνου στον ποταμό από πέρα, φωνές σκεπάσαν τον αέρα, όταν έκανε βουτιές ο Αντόνιο Καμπορίο που άξιζε μια βασίλισσα με δυόσμο, λουΐζα, βασιλικό, σμύρνα και λίβανο στην βρύση με τα περιστέρια, στων αρχαγγέλων το σπαθί, στην άλλη άκρη του ουρανού, στα κρίνα του καλοκαιριού, αναφωνώντας ποιος την ζωή μου κυνηγά και την κρατά σαν ψάρι μες τα δίχτυα, στα ανθισμένα πέλαγα και στα βουνά, στην χάση του φεγγαριού, ταξιδεύοντας ανάμεσα σε κίτρινα δένδρα κάτω από το πλάγιασμα της βροχής να βραδιάζει, και τότε σκεφτόμουν, ότι το τελευταίο σκοινί του αερόστατου κόπηκε και αμέσως ανηψώθηκεν στους ουρανούς, στο ασύνορο στοιχείο του δημιουργικού πνεύματος και αναφώνησα τους ποιητές, ιδού εγώ λοιπόν ο πλασμένος για τις μικρές τις χώρες και τα νησιά του Αιγαίου, με τα λείψανα των παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες οι οποίες θα φωτιστούν ξανά και των αρχαίων κυβερνητών τα έργα χαράσσοντας η φύση θα φρίξει, ταραχή θα πέσει στον Άδη και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση την μεγάλη του ήλιου, ενώ ο απλός των ανθρώπων θα πει εξόριστε ποιητή-μουσουργέ στον αιώνα σου λέγε αυτό που βλέπεις που δεν είναι άλλο παρά το σταυρουδάκι του ήλιου όπου έχει κράτος και εξουσία η άνοιξη και της αγάπης αίματα με άλικα πορφυρά χρώματα, αχ που να βρω της ψυχής μου το τετράφυλλο δάκρυ, να βρω μια θάλασσα νου και ένα περβόλι τ’ ουρανού, την ώρα που άνοιγα πανιά να πάω μια βόλτα στα Χανιά, μια βόλτα στην Νάουσα του ’61, αλλά κουράστηκα να περπατώ, πες μου μυρτιά να σε χαρώ με τα δακρυσμένα μάτια, νυσταγμένους κήπους, όνειρα κομμάτια ας ήτανε να ζω στους μεγάλους δρόμους, όπου θάταν η καρδιά μου λαμπερό αστέρι, θάταν η ματιά μου δίκοπο μαχαίρι, αστραφτερό σπαθί μες το μεσημέρι, ας ήταν να βρεθώ, όμως  τώρα θέλω να κοιμηθώ μια μέρα και να ξυπνήσω σε έναν αιώνα όπου και τα πουλιά ακόμα να κελαηδούν Ελληνικά και νικηφόρα, διότι ήρθαν ντυμένοι φίλοι, αμέτρητες φορές οι εχθροί μας… 

       Η φύση δεν τόχει συνήθειο να γεννά συχνά μεγαλοφυείες, όμως και τις λίγες φορές που κάνει τον κόπο, τυχαίνει να μην αναγνωρίζονται, άλλοι να πεθαίνουν νέοι. Εσένα σε κράτησε η μοίρα της Ελλάδος ζωντανό για να αναδείξεις το μεγαλείο του αγώνα, της ποίησης, της μουσικής με  Συμφωνίες, Κονσέρτα, Καντάτες, Σουίτες, Λειτουργίες, Ορατόρια, Όπερες,  Ρέκβιεμ,  μουσική για θέατρο και κινηματογράφο. Όι, όι, μάνα μου, όι, όι μάνα μου. Ναι εσύ έφερες το ξεγύμνωμα του όντος, το διανοητικό, προσήλυτο πάθος υπεράσπισης των πεποιθήσεων που τεντώνεται ίσα με το άπειρο, με τους πόλους της οντότητος να εναλλάσσονται όπως  ταιριάζει στην αληθινή ζωή του πνεύματος το οποίο εκρήγνυται ως ενεργό ηφαίστειο δημιουργώντας την μεγαλόπρεπη σειρά των μορφών του Είναι ως παρακαταθήκη ενός λαού που αναζητεί την ταυτότητα του που συνέχεια του την κλέβουν. Έδειξες σε όλους την πληρότητα της ζωής, την ασύλληπτη έκταση της, την πολλαπλότητα και την πολυπλοκότητα της, γιατί σχεδόν πάντα από τις τραγικές φύσεις αποχτούμε συνείδηση της βαθύτητας του αισθήματος και του πνεύματος, έτσι ώστε χάρη σε αυτά η ανθρωπότητα αναγνωρίζει το ανώτατο μέτρο της, ανυψώνοντας την ζωή πάνω από το επίπεδο της φάρσας και δίνοντας σε αυτήν λίγη από την γοητεία της τραγωδίας. Είθε ο Θεός να σε έχει πάντα καλά.

 Εν Ναούση τη 29/7/2020

 Ιωάννης Μυλωνάς